Γ. Ρίτσος, «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού» - απόσπασμα

 


Τα μεσημέρια που κοιμόνταν οι μεγάλοι, τα παιδιά φεύγαν απ’ τα
σπίτια, κυλιόντουσαν στα χόρτα, δαγκώνανε τα φύλλα της αλυγαριάς κι
αγκάλιαζαν τα δέντρα.
Όλο το δάσος μύριζε γυμνή γυναίκα.
Μεγάλες πεταλούδες μαρτυρούσανε τα μυστικά της άνοιξης κι οι
σαύρες με τα σμαραγδένια μάτια ολάνοιχτα κρυφάκουγαν περίεργες
πίσω απ’ τις πέτρες.
Εμείς δεν βλέπαμε το φράχτη.
Παρακαλέσαμε ύστερα τις κάργιες να μην πουν τίποτα της μάνας μας
για ότι γίνηκε πίσω απ’ τα δέντρα που στάζαν ρετσίνι.
ΕΙΧΑΜΕ φτιάξει ένα αμάξι με καρυδότσουφλο. Μια κουβαρίστρα
βάλαμε για ρόδες. Ζέψαμε δυο μυρμήγκια και φορτώσαμε τριφύλλι.. σε
κανέναν μην πεις που πηγαίνουμε.
Ο αντίλαλος του πηγαδιού ακούει κι οι σπηλιές ξαναλέν τη φωνή μας.
Ο ήλιος καίει τις πέτρες κι αχνίζουν κάποιοι καπνοδόχοι αθώρητοι
στις άσπρες πολιτείες των χαμομηλιών.
Οι σουσουράδες πήρανε τα ψάθινα καπέλα μας και τα φορέσαν.
Τώρα καθισμένες απάνου στο ψηλό μπαλκόνι της μουριάς μας
κοροϊδεύουν. Κι εμείς κοροϊδεύουμε τις σουσουράδες.
Μπαίνουμε στη μεγάλη ασβεστωμένη μάντρα που ‘ναι γιομάτη
αγριόχορτα και ξύλινους σταυρούς, και ψάχνουμε αν βρούμε άγριες
βιολέτες να πλέξουμε στεφάνια για τα μαλλιά των κοριτσιών.
Ο δρόμος από κει και πέρα είναι ίσιος κι οι αγωγιάτες τραγουδάνε το
τραγούδι του τρύγου μες στο μεσημεριάτικο λιοπύρι.

Σαν την καρδιά μικρού χελιδονιού που τρέμει στην παλάμη της αυγής
γίνηκε η μνήμη σου μόλις βγήκε το πρώτο πράσινο φύλλο.
Θυμάμαι που καθόσουν και κοιτούσες μέσα στα στρογγυλά μεγάλα
μάτια των ήμερων βοδιών, τις μικρογραφίες των αγροτικών εικόνων: τη
σμαραγδένια λεκάνη του κάμπου, τη μικρή εκκλησίτσα με τα
κυπαρίσσια, την άσπρη καμπύλη των περιστεριών πάνου απ’ το δάσος,
τις θερίστρες με τα δεμάτια των σταχυών και με τα κίτρινα μαντίλια.
Δεν ήξερες την αρχιτεκτονική των τριαντάφυλλων, μήτε τον τρόπο
που περπατάνε τα πουλιά στον αέρα.
Καλημέριζες τα τριαντάφυλλα και τα πουλιά, όπως καλημέριζες και
τα κορίτσια.
Άνοιγαν τότε μικρά παράθυρα που σκύβαν στα περβάζια οι
μαργαρίτες να χαιρετήσουν την αυγή που πέρναγε στο δρόμο χωρίς
φορτίο σκιάς και θύμησης.
Αργότερα έμαθες να χαιρετάς μονάχα τους ανθρώπους βγάζοντας το
καπέλο, κι έλεγες μόνο τα λουλούδια «ευχαριστώ» κάθε φορά που δεν σ’
άκουγε κανένας.
Ύστερα βιάστηκες πολύ να μεγαλώσεις, να φορέσεις μακριά
παντελόνια, να μάθεις γράμματα, για να πάψεις να λες «ευχαριστώ», να
χτίσεις ένα τριαντάφυλλο όπου κοιμάται μια λυπημένη αχτίνα στην
άδεια κάμαρα της ευωδιάς.
Τώρα ζητάς να ξαναπείς με τα ίδια χείλη εκείνο το ίδιο «ευχαριστώ»
που τόσα χρόνια ζήταγες να ξεχάσεις

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σαν Σήμερα: 12/06/2016

Σαν Σήμερα: 14/06/2016