Κόμματα ΑΕ: «Ισολογισμοί» ζημιών, «άγνωστα» ταμεία και θαλασσοδάνεια

 


«Οι φιλελεύθεροί μας (ειδικά οι Καντέτοι) έχουν μια έντονη αποστροφή για τη «θεωρία» της ταξικής πάλης και επιμένουν ιδιαίτερα στην άποψή τους ότι οι κυβερνήσεις των σύγχρονων κρατών μπορούν να στέκονται έξω από τις τάξεις ή πάνω από τις τάξεις. Αλλά τι μπορείτε να κάνετε, κύριοι, αν η «θεωρία» που σας είναι τόσο δυσάρεστη ανταποκρίνεται ακριβώς στην πραγματικότητα; Αν όλα τα βασικά στοιχεία της σύγχρονης νομοθεσίας και της σύγχρονης πολιτικής μας δείχνουν ξεκάθαρα τον ταξικό χαρακτήρα της δομής και της διοίκησης όλων των σύγχρονων κρατών; Αν ακόμη και οι πληροφορίες για τις προσωπικότητες εξεχόντων πολιτικών, βουλευτών, υψηλόβαθμων αξιωματούχων κλπ αποκαλύπτουν την άρρηκτη σύνδεση που υπάρχει μεταξύ οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας;» (Β. Ι. Λένιν «Αστοί οικονομικοί μεγιστάνες και πολιτικοί» Πράβδα 06/1913).

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα που ο ίδιος διατύπωσε, εμβάθυνε στην οικονομική αυτοτέλεια ενός κομμουνιστικού κόμματος γράφοντας ότι δεν ήταν ένα απλό τεχνικό ή διαχειριστικό ζήτημα, αλλά μια θεμελιώδης πολιτική και οργανωτική αρχή. Στο λενινιστικό μοντέλο, η οικονομική ανεξαρτησία συνδέεται άρρηκτα με την ιδεολογική καθαρότητα, την πολιτική αυτονομία και την ικανότητα του κόμματος να δρα ως πραγματική επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης. «Καθήκον της (σοσιαλδημοκρατίας) δεν είναι να υπηρετεί το κίνημα της εργατικής τάξης παθητικά σε κάθε ένα από τα χωριστά στάδιά του, αλλά να εκπροσωπεί τα συμφέροντα του κινήματος συνολικά, να υποδεικνύει σε αυτό το κίνημα τον τελικό σκοπό του και τα πολιτικά του καθήκοντα, και να διαφυλάσσει την πολιτική και ιδεολογική ανεξαρτησία του» (Β. Ι. Λένιν «Τα άμεσα καθήκοντα του κινήματός μας» 11ος τόμος /1900). Αυτή η σπουδαία πολιτικοοργανωτική τοποθέτηση βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την αστική και ρεφορμιστική αντίληψη για τη λειτουργία των κομμάτων του συστήματος. Σε ό,τι αφορά το ΚΚΕ, χρόνια τώρα λαμβάνει κάθε είδους κρατική χρηματοδότηση για να καλύψει όπως λέει τις λειτουργικές του δαπάνες. Και αν η αρπαγή των χρημάτων των πολιτών είναι μία φορά ανήθικη για τα κόμματα της αστικής τάξης, είναι πολλαπλά χειρότερη για εκείνους που λογοκοπούν επαναστατικά στο όνομα της εργατικής τάξης.

Τα κόμματα στο καπιταλιστικό κράτος, λειτουργώντας ως βασικοί πυλώνες του αστικού κοινοβουλευτισμού, έχουν ιστορικά αναπτύξει όχι μόνο σχέσεις εξάρτησης με το μεγάλο κεφάλαιο, αλλά ορισμένα από αυτά συγκροτήθηκαν με την άμεση ή έμμεση συμμετοχή και στήριξή του. Αυτό το δεδομένο, ο έλεγχος κύρια των αστικών κομμάτων και του κράτους στην Ελλάδα, αναγνωρίζεται ως δομικό στοιχείο του πολιτικοοικονομικού συστήματος της κυριαρχίας του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου, δηλαδή του εξαρτημένου κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού.

Η «εξάρτηση» της πολιτικής από την οικονομική εξουσία έχει διαμορφώσει ένα σύστημα όπου τα κόμματα εξαρτώνται οικονομικά από ισχυρά μονοπωλιακά συμφέροντα, τα οποία με τη σειρά τους εξασφαλίζουν ευνοϊκή νομοθετική και διοικητική κρατική μεταχείριση. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται σε πολλαπλά επίπεδα. Παρά τους κατά καιρούς νόμους περί διαφάνειας, η «παράνομη», η αδιαφανής, η κρυφή χρηματοδότηση κομμάτων και προεκλογικών εκστρατειών δεν αποτελεί απλά διαχρονικό πρόβλημα, αλλά σύμφυτο για το «ήθος» και την πρακτική του συστήματος. Δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες ότι η οικονομική ολιγαρχία προσφέρει κεφάλαια με ανταποδοτικό χαρακτήρα. Έτσι το αστικό πολιτικό σύστημα θέλει, σε ένα ιμπεριαλιστικό – καπιταλιστικό κόσμο πιο βάρβαρο και ληστρικό και πατώντας στη μεγάλη υποχώρηση του εργατικού κινήματος, να συγκαλύψει και να νομιμοποιήσει αυτό το αλισβερίσι, οπότε και θεσμοθετεί την «κρατική χρηματοδότηση».

Το κρατικό και μαύρο χρήμα γεμίζει τα ταμεία

Η χρηματοδότηση αυτή είναι ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας.

Πακτωλός χρημάτων ανά τακτά χρονικά διαστήματα λαμβάνουν κόμματα, δηλαδή μερίδιο από την φοροληστρική πολιτική ή την υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων οι οποίοι στενάζουν κάτω από το βάρος της οικονομικής κρίσης. Μέσα από τον έλεγχο της χρηματοδότησης, την ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης και την άσκηση συστηματικού lobbying, τα ξένα και ντόπια μονοπώλια κατοχυρώνουν την επιρροή τους μετατρέποντας τους κομματικούς μηχανισμούς σε πολιτικούς διαχειριστές των δικών τους συμφερόντων.

Για να στηρίξουν-νομιμοποιήσουν τις νομοθετικές ρυθμίσεις χρηματοδοτικής «απάτης» οι κυβερνήσεις αναφέρονται στη «διασφάλιση της πολιτικής-οικονομικής ανεξαρτησίας των κομμάτων από κυρίαρχα ιδιωτικά συμφέροντα», «στην ενίσχυση της διαφάνειας» και «την εμπέδωση της πολιτικής πολυφωνίας». Ωστόσο, η διαδρομή της διαδικασίας αυτής από την εκκίνησή της έως σήμερα αναδεικνύει όχι απλά μια αντίφαση, αλλά επιβεβαιώνει με εμφατικό τρόπο την ανυπαρξία στην πράξη τέτοιων επιχειρημάτων και εξελίχθηκε σε έναν πιο βαθύ μηχανισμό οικονομικής εξάρτησης, υπέρογκου δανεισμού και καμιάς επί της ουσίας (αν είναι δυνατόν!! στο δικό τους κράτος) λογοδοσίας. Οι σύγχρονες πολιτικές ανάγκες της εξαπάτησης και ελέγχου του λαϊκού παράγοντα οδήγησαν στη αύξηση του οικονομικού κόστους λόγω της κυριαρχίας των τηλεοπτικών προεκλογικών εκστρατειών. Το 2024 η ΝΔ έκανε την ακριβότερη προεκλογική καμπάνια στην Ευρώπη, χρωστώντας μισό δισ. ευρώ, το κόμμα που κρύβει τη ρύθμιση χρέους του από τους πολίτες.

Η επίσημη «τακτική κρατική χρηματοδότηση» πραγματοποιήθηκε με νόμους και συνεχείς «διορθωτικές αναθεωρήσεις» (1443/1984, 2429/1996, 3023/2002, 4304/2014). Το 2009, σε ένα χρόνο το συνολικό ποσό που διατέθηκε στα κόμματα ξεπέρασε τα 54 εκατομμύρια ευρώ (τακτική και εκλογική χρηματοδότηση).

Τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας (ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία) απορροφούσαν τη μερίδα του λέοντος (άνω του 80%), βάσει των εκλογικών τους ποσοστών. Η χρεοκοπία της χώρας επέβαλε τη δραστική περικοπή των κομματικών επιχορηγήσεων. Η μείωση κατά 75% μέσα σε μια δεκαετία αποκάλυψε τη δομική γύμνια των κομματικών ταμείων, τα οποία είχαν μάθει να λειτουργούν με υπερβολικά υψηλά έξοδα. Τα τελευταία έτη, η συνολική ετήσια κρατική χρηματοδότηση έχει σταθεροποιηθεί περίπου στα 15 εκατομμύρια ευρώ.

Τα χρηματοδοτούμενα από το κράτος κόμματα στην Ελλάδα έχουν συσσωρεύσει δυσθεώρητα χρέη προς τις τράπεζες. Η διευκόλυνση του κομματικού δανεισμού από το τραπεζικό σύστημα καθιστά τα κόμματα ακόμη πιο ευάλωτα στις πιέσεις των αφεντικών που ελέγχουν ή επηρεάζουν και τις τράπεζες. Αστοί και ρεφορμιστές, ενώ μιλούν για τον ανεξέλεγκτο δανεισμό ως τη «σοβαρή παθογένεια» του συστήματος από τις τράπεζες, τα κόμματά τους συνεχίζουν και δανείζονται εκατομμύρια χρησιμοποιώντας, άκουσον-άκουσον, ως εγγύηση τις μελλοντικές ετήσιες κρατικές χρηματοδοτήσεις, ενώ δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα δικαιούνταν (καθώς τα εκλογικά ποσοστά μεταβάλλονται ή τα κόμματα διαλύονται). Όταν ξέσπασε η κρίση και τα ποσοστά των κομμάτων ανατράπηκαν (πχ κατάρρευση ΠΑΣΟΚ), τα δάνεια αυτά κατέστησαν «κόκκινα». Σήμερα, τα χρέη της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ προς τις τράπεζες υπερβαίνουν σωρευτικά το 1 δισ. ευρώ. Η ευνοϊκή χρήση των μελλοντικών επιχορηγήσεων ως εγγυήσεων προς τις τράπεζες είναι αυτή που προκάλεσε τεράστια χρέη, ειδικότερα από τα κόμματα του δικομματισμού.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι την περίοδο που τα σπίτια του λαού «βγαίνουν στο σφυρί» για μια απλήρωτη δόση των τριακοσίων ή πεντακοσίων ευρώ, η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ψήφισε τροπολογία η οποία ορίζει ότι η κρατική επιχορήγηση μέχρι και στο 50% είναι ακατάσχετη από απαιτήσεις τραπεζών, ακόμη και αν τα δάνεια που έχουν συνάψει τα πολιτικά κόμματα δεν εξυπηρετούνται.

Αν και η κρατική χρηματοδότηση ελέγχεται τυπικά, η ιδιωτική χρηματοδότηση είναι σκοτεινό καθεστώς. Σύμφωνα με διεθνείς δημοσιογραφικές έρευνες (όπως το Follow the Money σε συνεργασία με το Reporters United), η Ελλάδα παρουσιάζει σοβαρό «Transparency Gap» (κενό διαφάνειας). Η σκιά του «μαύρου πολιτικού χρήματος», το δεδομένο δηλαδή πως υπάρχουν σημαντικές ενισχύσεις διαφόρων ειδών που δεν εμφανίζονται καν στους επίσημους απολογισμούς ή και στους τραπεζικούς λογαριασμούς των κομμάτων, παραμένει πάνω από την πολιτική σκηνή.

Γνωρίζουμε ότι πρώην στελέχη επιχειρήσεων αναλαμβάνουν κομματικές θέσεις ή υπουργικά αξιώματα, και αντίστροφα, πρώην πολιτικοί τοποθετούνται σε διοικητικά συμβούλια μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων. Αυτή η εναλλαγή εξασφαλίζει ότι η εκάστοτε κυβέρνηση λει­τουργεί με γνώμονα τα συμφέροντά τους. Πάντως από το -όχι και πολύ μακρινό- παρελθόν, το γαλάζιο και το πράσινο στρατόπεδο κρύβουν σκελετούς στα ταμεία της ντουλάπας τους…

Ας τους βγάλουμε λοιπόν πιο συγκεκριμένα: Ήταν Φεβρουάριος του 1991 όταν ξεκίνησε ο πόλεμος μεταξύ του τότε πρωθυπουργού Μητσοτάκη και της οικογένειας Αλαφούζου, με «Καθημερινή» και «ΣΚΑΪ», «μέσα» τα οποία ασκούσαν σκληρή αντιπολίτευση στη ΝΔ. Σύμφωνα με ηχητικά που αποκαλύφθηκαν τον Οκτώβριο του 1993 ο Αρ. Αλαφούζος (εφ. «Νέα») ισχυρίστηκε ότι το πρόβλημα μεταξύ των δύο πλευρών ήταν ότι ο Μητσοτάκης ζητούσε συνεχώς -μαύρα- χρήματα. Το «Ξέπλυμα μαύρου χρήματος κατ’ ε­πάγγελμα και από κοινού» ήταν η ετυμηγορία της Δικαιοσύνης για τον πάλαι ποτέ ισχυρό υπουργό (και παραλίγο πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργό) Άκη Τσοχατζόπουλο. Έπειτα από πολλά χρόνια καταγγελιών και ερευνών, το 2021 η Δικαιοσύνη επιβεβαιώνει τις αμαρτωλές σχέσεις μεταξύ της Siemens, με ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε ότι ο γερμανικός κολοσσός διέθετε μαύρα ταμεία από τα οποία χρημάτιζε τα δύο κόμματα. Ο Θόδωρος Τσουκάτος το 2008 είχε παραδεχτεί ότι το 1999, ως ταμίας του ΠΑΣΟΚ τότε, έλαβε 1 εκατ. μάρκα από τα μαύρα ταμεία της Siemens, χρήματα τα οποία υποστήριξε ότι παρέδωσε στο κόμμα για την ενίσχυση της προεκλογικής του εκστρατείας. Η υπόθεση Novartis επίσης έχει χαρακτηριστεί ως το μεγαλύτερο σκάνδαλο της μεταπολίτευσης με την «ομολογία» της φαρμακοβιομηχανίας περί άσκησης επιρροής και ελέγχου μέσω του «think tank» του τότε πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και τώρα ιδρυτή νέου κόμματος «για να σώσει ξανά τη χώρα».

Οι εισφορές κεφαλαίων «εν κρυπτώ» ανταποδίδονται από τα κυρίαρχα κόμματα μέσω τριγωνικών ή πολυγωνικών συναλλαγών κρά­τους, κομμάτων, ΜΜΕ, τραπεζών μαζί με κρατικές προμήθειες, φωτογραφικούς διαγωνισμούς, ευνοϊκές ρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις, θεσμοθετήσεις ελαστικών σχέσεων εργασίας, ευεργετικών νομοθετικών τροπο­ποιήσεων, δανειοληπτικών ρυθμίσεων, ενί­σχυσης προεκλογικού αγώνα κομμάτων και βουλευτών ξεχωριστά κ.ά. Η λειτουργία του μηχανισμού αυτού συχνά αφανής, παρακάμπτει τους επίσημους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Το «τρίγωνο» διασφαλίζει ότι η οικονομική κρίση θα μετακυλίεται πάντα στις πλάτες της μισθωτής εργασίας. Οι εκλογικές διαδικασίες θα ελέγχονται-επηρεάζονται μέσω του χρήματος και της μιντιακής υπεροπλίας1. Το κράτος όλο και περισσότερο θα παύει να λειτουργεί ως μεσολαβητής κοινωνικών αντιθέσεων και θα μετατρέπεται σε όλο και πιο βάρβαρη-ξεδιάντροπη διαχείριση μονοπωλιακών συμφερόντων.

Αυτή η δυσώδης προκλητική χρηματοδότηση πρέπει να αποκαλυφτεί και ταυτόχρονα να μιλήσουμε στο λαό για την οικονομική αυτοτέλεια του Μ-ΛΚΚΕ που αποτελεί θεμελιακή προϋπόθεση για την πολιτική και οργανωτική του ανεξαρτησία και παρουσία στα μέτωπα της ταξικής πάλης. Τα έσοδά του προέρχονται αποκλειστικά από τις εισφορές των μελών και φίλων του, απορρίπτοντας κάθε εξάρτηση από το αστικό κράτος και το μεγάλο κεφάλαιο. Προς τούτο και η οικονομική μας εξόρμηση.

(1) Η κατανομή του συνολικού τηλεοπτικού χρόνου κυμαίνεται κατά προσέγγιση στα εξής: Κυβερνών Κόμμα: ≈ 45% – 55% του συνολικού χρόνου παρουσίασης. Στη δημόσια τηλεόραση (ΕΡΤ) η Νέα Δημοκρατία λαμβάνει τη μερίδα του λέοντος, η οποία κυμαίνεται περίπου στο 50% έως 60 % Αξιωματική Αντιπολίτευση: ≈ 15% – 25% του συνολικού χρόνου. Λοιπά Κοι­νο­βουλευτικά Κόμματα: ≈ 20% – 30%, επιμερισμένα ανάλογα με τα ποσοστά τους στη Βουλή.
Εξωκοινοβουλευτική Αριστερά 0%

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σχόλια

Για την Κύπρο δεν θα πήγαινε ούτε ψαρόβαρκα

Οἱ ὑπόλοιποι τι φταῖμε;