Οι διαφορετικές στρατηγικές διευρύνουν το ρήγμα ΗΠΑ-ΕΕ

 


Ο Μερτς δηλώνει ότι «το Ιράν εξευτελίζει τις ΗΠΑ»

Η ανοιχτή κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ-Γερμανίας που πυροδοτήθηκε από τις απαξιωτικές δηλώσεις του Γερμανού καγκελάριου Μέρτς, οι οποίες αμφισβητούσαν την αμερικάνικη ισχύ, ότι «το Ιράν εξευτελίζει τις ΗΠΑ» και ότι «ένα ολόκληρο έθνος ταπεινώνεται από την ιρανική ηγεσία, ιδιαίτερα από αυτούς τους λεγόμενους Φρουρούς της Επανάστασης», εκφράζει μια βαθύτερη μεταβολή στις σχέσεις τους και όχι μια πρόσκαιρη επιδείνωση με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράν. Απλώς ο πόλεμος στο Ιράν και η άρνηση της Γερμανίας και των χωρών της ΕΕ να συνταχθούν με την επίθεση των ΗΠΑ οξύνουν και βαθαίνουν το ρήγμα. Η κρίση υποβόσκει πάνω από ένα χρόνο και αντανακλά διαφορετικές στρατηγικές ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ που επιδρά αποσυνθετικά στο δυτικό ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο και στο ΝΑΤΟ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ανοίγοντας τις εργασίες της Διάσκεψης του Μονάχου (13-15 Φλεβάρη 2026) ο Μέρτς, πριν τρεις μήνες, ξεκίνησε την ομιλία του λέγοντας: «Ένα ρήγμα, ένα βαθύ χάσμα έχει ανοίξει μεταξύ της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών».

Προφανώς ο Γερμανός καγκελάριος, εξαπολύοντας τώρα μια τέτοια προκλητική επίθεση και χλευάζοντας τους Αμερικανούς για τη δεινή θέση που βρίσκονται απέναντι στους Ιρανούς, γνώριζε πως θα υπάρξει απάντηση από τους Αμερικανούς. Όταν μά­λιστα ήρθε άμεσα αυτή η αντίδραση, ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, Πιστόριους, σαν έτοιμος από καιρό χαρακτήρισε «αναμενόμενη» την απόφαση των ΗΠΑ να αποσύρουν 5.000 στρατιώτες από βάσεις τους στο γερμανικό έδαφος, δηλώνοντας πως «θα συντονιστούμε στενά με την Ομάδα των Πέντε (Βρετανία, Γαλλία, Πολωνία, Ιταλία) και πρέπει να γίνουμε περισσότερο Ευρωπαίοι». Βέβαια ο Τραμπ δεν έμεινε μόνο σε αυτό. Επιτέθηκε με εξ ίσου χλευαστικό τρόπο στον Μερτς και δήλωσε πως θα αποσύρει πολύ περισσότερα στρατεύματα και μάλιστα όχι μόνο από τη Γερμανία αλλά και από την Ισπανία και Ιταλία. Προχωρώντας παρά πέρα ανακοίνωσε πως επιβάλλει επί πλέον δασμούς 25% στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία που ισοδυναμεί με αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια για τους Ευρωπαίους, κυρίως Γερμανούς και Γάλλους. Και έκλεισε σε αυτή τη φάση τουλάχιστον τα «αντίποινά» του με την απόφαση να ακυρώσει την προγραμματισμένη από την κυβέρνηση Μπάιντεν για το 2026 ανάπτυξη αμερικανικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς Τόμαχοκ στη Γερμανία. Πρόκειται για μια κρίσιμη εξέλιξη σε ό,τι αφορά την αποτρεπτική δυνατότητα της Γερμανίας και του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, με Γερμανούς παράγοντες να φθάνουν στο σημείο να αφήνουν υπόνοιες για «υπόγεια συμφωνία Μόσχας – Ουάσιγκτον».

Δίπλα σε όλα αυτά το προηγούμενο διάστημα είχαμε τις επανειλημμένες επιθέσεις Τραμπ ενάντια στη «χάρτινη τίγρη», το ΝΑΤΟ, και τις συνεχείς καταγγελίες ενάντια στους Ευρωπαίους που αρνήθηκαν να στηρίξουν τις ΗΠΑ στον πόλεμο, τις απειλές για κατάληψη της Γροιλανδίας που είναι έδαφος της ευρωπαϊκής Δανίας, τις δηλώσεις για αποδέσμευση της Ουάσιγκτον από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Και πάνω απ’ όλα είχαμε μια νέα, σφοδρή ενεργειακή κρίση που φόρτωσαν οι ΗΠΑ με τον πόλεμό τους τις χώρες της ΕΕ, η οποία ήρθε να προστεθεί στον πόλεμο των δασμών πριν ένα χρόνο, που γονατίζει την ευρωπαϊκή οικονομία. Έχουμε δηλαδή καταιγιστικές εξελίξεις που ενισχύουν την τάση ρήξης στο δυτικό ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, την ανοιχτή πολιτική σύγκρουση.

Πώς προέκυψαν οι διαφορετικές στρατηγικές ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ και η διαδικασία διαίρεσης και αντιπαράθεσης που βρίσκεται σε εξέλιξη;
Η βασική αιτία βρίσκεται στη σαρωτική άνοδο και επέκταση της παγκόσμιας επιρροής του κινέζικου ιμπεριαλισμού, που αλλάζει δραστικά τους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων και έχει καταστήσει την Κίνα από καιρό, κύριο στρατηγικό αντίπαλο και ανταγωνιστή των ΗΠΑ. Από τότε και μέχρι σήμερα οι Αμερικανοί επαναλαμβάνουν σταθερά και αδιάλειπτα ότι «η Αμερική βλέπει στην Κίνα τη μεγαλύτερη απειλή» και ότι «η άνοδος της Κίνας μετατοπίζει ριζικά την ισορροπία ισχύος».

Βασικός άξονας της πολιτικής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού είναι η ενίσχυση της στρατηγικής του θέσης απέναντι στον κινέζικο ιμπεριαλισμό, η ανάπτυξη μιας κλιμακούμενης επιθετικότητας για την αναχαίτιση και αποτροπή του Πεκίνου, η σταθερή επιδίωξή του να απεγκλωβιστεί από την Ευρώπη και τον πόλεμο της Ουκρανίας. Αυτό υπαγορεύει στην αμερικάνικη ηγεσία να μετατοπίσει το επίκεντρο του ανταγωνισμού της στην Ασία, όπου κατευθύνει τις κύριες δυνάμεις της για να αντιμετωπίσει με τους εκεί συμμάχους της (Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Ταϊβάν, Φιλιππίνες, Αυστραλία) τον κινέζικο ιμπεριαλισμό σε μια μεγάλη αντιπαράθεση για την κυριαρχία στην Ασία και για την παγκόσμια ηγεμονία. Αυτό σημαίνει από την πλευρά των ΗΠΑ ότι η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει το κύριο βάρος της συμβατικής της άμυνας απέναντι στη Ρωσία, επιτρέποντας στην Ουάσιγκτον να μειώσει τη στρατιωτική της παρουσία στην Ευρώπη για να επικεντρωθεί στον Ινδο-Ειρηνικό. Έτσι οι Ευρωπαίοι βρίσκονται για πρώτη φορά, 80 χρόνια μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, μπροστά στην ευθύνη να αναλάβουν αυτοί κατά κύριο λόγο και όχι οι Αμερικάνοι το τεράστιο βάρος και κόστος της άμυνας και της ασφάλειας της Ευρώπης, σε μια στιγμή μάλιστα που συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία με πολύ ζωντανή δίπλα τους την απειλή της ρωσικής επιθετικότητας. Από τη στιγμή που οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές «συνειδητοποίησαν» ότι οι ΗΠΑ αποδεσμεύονται, μειώνουν τη στρατιωτική παρουσία τους στην Ευρώπη και μετατοπίζουν την εστίασή τους στην Ασία, υποχρεώθηκαν να δουν τη νέα πραγματικότητα και πώς θα την αντιμετωπίσουν.

Όταν στην πορεία συνειδητοποίησαν πως αυτοί καλούνται αναγκαστικά να αναλάβουν το κύριο βάρος της ευρωπαϊκής ασφάλειας, τότε σύσσωμα τα ευρωπαϊκά επιτελεία έβαλαν μπροστά τα τεράστια εξοπλιστικά προγράμματα που, αν υλοποιηθούν, θα έχουν βέβαια και τεράστιες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις. Γι’ αυτό εξάλλου έχουν ήδη προκύψει μεγάλα προβλήματα και αντιθέσεις στο εσωτερικό των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών της ΕΕ για το πώς θα προχωρήσει ο επανεξοπλισμός της Ευρώπης απέναντι στο ρωσικό ιμπεριαλισμό.

Στη βάση αυτών των εξελίξεων επανήλθε στους κόλπους της ΕΕ το ζήτημα που θέτει ιδιαίτερα η Γαλλία τα τελευταία χρόνια, αυτό της ανεξάρτητης ευρωπαϊκής άμυνας και του λεγόμενου ευρωστρατού, το οποίο τώρα σιγοντάρει και η Γερμανία, όπως είδαμε με τις δηλώσεις Πιστόριους, η οποία μέχρι πρόσφατα εμφανιζόταν σταθερά φιλοατλαντική και απέφευγε κάθε αναφορά σε «αυτονομία και ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ».

Αν η ΕΕ μπορούσε να καταστεί υπεύθυνη της άμυνάς της και μάλιστα να εξοπλιστεί από τις ευρωπαϊκές πολεμικές βιομηχανίες, παρακάμπτοντας τη στρατιωτική ε­ξάρτηση και τις πολεμικές βιομηχανίες των ΗΠΑ, αυτό θα μπορούσε να συμβάλει ιδιαίτερα στην ανάδειξή της σε μια αυτόνομη γεωπολιτική δύναμη, διαδραματίζοντας έναν ανεξάρτητο ιμπεριαλιστικό ρόλο και επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση της με τις ΗΠΑ. Η στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Ευρώπη σπρώχνει την τελευταία αντικειμενικά και αναγκαστικά σε μια αυτονόμηση, στο βαθμό που φαίνεται να αναλαμβάνει την ευθύνη της άμυνάς της, και το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια που θα δαπανήσουν οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές για στρατιωτικούς εξοπλισμούς μπορεί να τους επιτρέψει να απαλλαγούν σταδιακά από το αμερικάνικο χαλινάρι. Όμως αυτό προϋποθέτει μια ευρύτερη πορεία ενοποίησης των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της ΕΕ, που ό­μως δεν προκύπτει από πουθενά. Το μεγάλο ζήτημα είναι οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί στα πλαίσια της Ευρώπης και ιδιαίτερα ανάμεσα σε Γαλλία, Γερμανία, Μ. Βρετανία και ποιος απ αυτούς είναι σε θέση να επιβάλλει την ηγεμονία του για να προχωρήσει αυτή η στρατηγική. Καθώς η Γερμανία και ο Μερτς εμφανίζονται σε πρώτο πλάνο στην αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, πρέπει να σημειώσουμε ότι μόλις δόθηκε το σάλπισμα του επανεξοπλισμού της Ευρώπης, τον περσινό Μάρτη, με το περίφημο πρόγραμμα «ReArm» των 800 δισ. ευρώ, που τώρα έφτασε το 1 τρισ., η Γερμανία προχώρησε σε μια φρενήρη κούρσα και το 2025 δαπάνησε περισσότερα για τον εξοπλισμό της από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Ο στρατιωτικός της προϋπολογισμός σήμερα κατατάσσεται τέταρτος στον κόσμο, πίσω από ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία. Οι ετήσιες στρατιωτικές δαπάνες της υπολογίζεται να φτάσουν τα 190 δισεκατομμύρια δολάρια το 2029, τρεις φορές πάνω από ό,τι ήταν το 2022. Η Γερμανία εξετάζει ακόμη και την επιστροφή στην υποχρεωτική στρά­τευση. Εάν η χώρα συνεχίσει την πορεία της, θα είναι και πάλι μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη πριν από το 2030. Η Γερμανία πρόσφατα χαλάρωσε το φρένο χρέους της για να επιτρέψει όσες στρατιωτικές δαπάνες κρίνει αναγκαίες, μια επιλογή που οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες -οι οποίες έχουν μεγαλύτερα ελλείμματα- δεν έχουν. Το Βερολίνο αποφάσισε να δαπανήσει το μεγαλύτερο μέρος του αμυντικού του προϋπολογισμού σε γερμανικές αμυντικές βιομηχανίες, εκμεταλλευόμενο μια εξαίρεση που επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρακάμπτουν τις διαδικασίες κοινοποίησης και έγκρισης των εθνικών στρατιωτικών βιομηχανιών, όταν αυτές οι δαπάνες αφορούν συμφέροντα εθνικής ασφάλειας. Οι μεγάλες στρατιωτικές βιομηχανίες της έχουν εξελιχθεί σε παγκόσμια μονοπώλια, με την Rheinmetall AG να είναι η μεγαλύτερη της Ευρώπης και από τις κορυφαίες στον κόσμο.

Το ίδιο «παράθυρο» αξιοποίησαν και η Γαλλία, η Ιταλία και άλλες χώρες, για να ενισχύσουν τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς τους, αλλά καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί να φτάσει το ύψος των δαπανών του Βερολίνου. Η Γερμανία είναι μακράν η μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ και μπορεί να διαθέσει πολύ περισσότερους πόρους και δαπάνες για τον εξοπλισμό της. Η δέσμευση του Μερτς στη Διάσκεψη του Μονάχου ότι θα «κάνει τη Bundeswehr τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό στην Ευρώπη», ξυπνώντας όλη την εθνικιστική, μιλιταριστική ιστορία του, πρέπει να προκάλεσε ρίγη στο Παρίσι που θέλει να επαναβεβαιωθεί ως η κορυφαία στρατιωτική δύναμη της ηπείρου και να εγγυηθεί μάλιστα και την πυρηνική της ασφάλεια.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σιδηρόδρομοι

Σχόλια

Οἱ ὑπόλοιποι τι φταῖμε;