Το πόσο εθνικά επιζήμια και επικίνδυνη είναι η πολιτική του κατευνασμού και των «ήρεμων νερών» φαίνεται από το γεγονός ότι στο Αιγαίο έχει «κανονικοποιηθεί», στα μάτια των ξένων, η διεκδικούμενη από την Τουρκία συγκυριαρχία, ενώ από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν ελληνικό πέλαγος.

Το πραγματικό δίλημμα

Συνεπώς, δεν είναι διάλογος και καλοπιάσματα ή πόλεμος, αλλά ποιος κερδίζει και ποιος χάνει. Και ο μεγάλος χαμένος είναι η Ελλάδα από τον υβριδικό πόλεμο που τής ασκεί η Τουρκία. Στο τραπέζι βρίσκονται μόνον ανεδαφικές και ανιστόρητες τουρκικές αξιώσεις, οι οποίες προς τα έξω προβάλλονται και κατανοούνται ως διμερείς διαφορές, που πρέπει να λυθούν συμβιβαστικά, κάπου στη μέση.

Ο διάλογος κορυφής πρέπει να διεξάγεται υπό την προϋπόθεση του αμοιβαίου σεβασμού. Όταν εκλείπει η συνθήκη αυτή, όπως συμβαίνει με την απειλή πολέμου από μέρους της Άγκυρας, οι συνομιλίες εν δυνάμει έχουν το στοιχείο της ενδοτικότητας, όπως η αναγνώριση ειδικών περιστάσεων στο Αιγαίο και η πρόθεση συμβιβασμού στο εύρος της υφαλοκρηπίδας νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, που βρίσκουν σύμφωνους συμβούλους και εξαπτέρυγα του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Βαττολογίες και αδράνεια

Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι μία είναι η διαφορά μας, η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, αλλά επί του πρακτέου ουδέν. Αντίθετα, η Τουρκία συνεχώς δυναμώνει και εμπλουτίζει τις αντιδράσεις της επί του πεδίου, ωσάν να είναι συγκυρίαρχος.

Το τουρκικό ναυτικό ακύρωσε, τον Ιούλιο του 2024, την πόντιση του καλωδίου που αφορά στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, στη θαλάσσια περιοχή Κάσου και Καρπάθου, όχι σε αμφισβητούμενα νερά, αλλά στην ανοιχτή θάλασσα. Μεγαλόπνοο ενεργειακό έργο στρατηγικής σημασίας και εθνικής εμβέλειας, που είχε και την υποστήριξη της Ε.Ε. Και τι κάνει η Κυβέρνηση; Αδρανεί, επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Ερντογάν ότι «κανένα ενεργειακό εγχείρημα δεν πρόκειται να γίνει στην περιοχή χωρίς την άδεια ή τη συμμετοχή της Τουρκίας».

Επίσης, με στόχο την προβολή των ισχυρισμών του περί δικαιοδοσίας στο μισό Αιγαίο, εξέδωσε παράνομη ΝΑVΤΕΧ, αόριστης διάρκειας!!!

Με αυτά τα δεδομένα, ο διάλογος, στην καλύτερη περίπτωση, θα πρέπει να αφορά σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής και να διεξάγεται σε επίπεδο περιφερειακό ή υπουργικό.

Στα χνάρια του Σημίτη

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, εμφανώς επηρεαζόμενος από τους Σημιτικούς τού περιβάλλοντός του, ακολουθεί τα χνάρια του Κώστα Σημίτη στην πολιτική του έναντι της Τουρκίας.

Ο Σημίτης, μετά τα Ίμια, δέσμιος της θεωρίας της ορθολογικής επιλογής (διάβαζε: κατευνασμού), επέμεινε στη λογική της σταδιακής προσέγγισης της γείτονος. Το αποκορύφωμα ήταν η Διακήρυξη της Μαδρίτης το 1997, η οποία ξεσήκωσε αντιδράσεις στο χώρο της αντιπολίτευσης αλλά και στο κόμμα του. Τον Ιούλιο του 1997, 22 βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. συνυπέγραψαν κείμενο αποδοκιμασίας της Διακήρυξης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρά το «στραπάτσο» στην Κάσο, και όχι μόνο, συνεχίζει ένα διάλογο στον οποίο προεξοφλούνται υποτελείς παραχωρήσεις, διότι η Τουρκία τίποτα δεν διακινδυνεύει.

Στον απόηχο της συνάντησης

Στο Ανώτατο Συμβούλιο που διεξήχθη στην Άγκυρα, είχαμε μια παράσταση που την ήθελαν και ο Μητσοτάκης και ο Ερντογάν. Και εξηγούμε:

Ο Έλληνας Πρωθυπουργός αποφεύγει επιμελώς να «τσιγκλίσει» τον Τραμπ. Έφθασε στο σημείο ντροπής, στην πρώτη αντίδρασή του μετά τη στυγνή αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του ζεύγους Μαδούρο, να παραλείπει οποιαδήποτε αναφορά στη διεθνή νομιμότητα. Επίσης, εναγώνια επιδιώκει πρόσκληση στο Λευκό Οίκο. Και επειδή δεν έρχεται, το χρεώνει στην εταιρεία Lobbying που προσέλαβε γι’ αυτό το σκοπό και εξετάζει το ενδεχόμενο διακοπής της συνεργασίας.

Όσο για τον Τούρκο Πρόεδρο, μπορεί ο Τραμπ, σε κάθε ευκαιρία, να τον περιγράφει ως σπουδαίο ηγέτη και προσωπικό του φίλο, να του επιφυλάσσει ρόλο στην ανοικοδόμηση της Γάζας, να αποδέχεται την επιρροή του στη Συρία, και τη στρατηγική του αυτονομία στη Μέση Ανατολή, αλλά είναι αψυχολόγητος λόγω του ψυχοπαθητικού του χαρακτήρα.

Κατά τούτο, και οι δύο, Μητσοτάκης και Ερντογάν, ήθελαν να στείλουν το μήνυμα ότι μπορούν να τα βρουν χωρίς επιδιαιτησία, διότι οποιαδήποτε παρέμβαση του Τραμπ θα μπορούσε να φέρει απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Διατήρησαν χαμηλούς τόνους. Κινήθηκαν σε προσυμφωνημένο πλαίσιο, που προέβλεπε γραπτό κείμενο και απαγόρευση ερωτήσεων στους δημοσιογράφους. Και υπεγράφησαν συμφωνίες και μνημόνια χαμηλής πολιτικής.

Από μέρους του Κυριάκου Μητσοτάκη αποφεύχθηκε η παραμικρή αναφορά στο ελληνικό έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Κύπρο και στην πρωτοφανή, για την αόριστη διάρκειά της, ΝΑVΤΕΧ. Αντίθετα, η μνημόνευση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, στην προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη να εκθειάσει την ιστορική προσέγγιση Βενιζέλου – Ατατούρκ τής 10ετίας του 1930, υπήρξε ατυχέστατη, διότι ο Κεμάλ συνδέεται με τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον αφανισμό του Ελληνισμού της Ανατολής.

Δόθηκε έμφαση στην ελληνοτουρκική επιχειρηματικότητα, η οποία μπορεί να αποτελέσει το μοντέλο συνδιαχείρισης των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου. Η Τουρκία, πέραν των άλλων, χρησιμοποιεί την οικονομική της υπεροχή (διαθέτει 8πλάσιο ΑΕΠ απ’ αυτό της Ελλάδας) για να προωθεί τον αναθεωρητισμό της. Τούρκοι υπήκοοι δημιουργούν επιχειρήσεις και αγοράζουν μαρίνες, ακίνητα και γη σε νησιά, στη Θράκη και στον Έβρο.

Για όποιον διαθέτει στρατηγική αντίληψη και ιστορική ματιά, είναι κατανοητό ότι αυτές οι συναντήσεις ωφελούν μονομερώς τον Ερντογάν, διότι «ξεπλένουν» τη μεθοδολογία και τις πρακτικές του, που απροκάλυπτα έχουν ως παντιέρα φιλοδοξίες αυτοκρατορικής ανασύστασης. Τον εμφανίζουν, από ταραξία και αποσταθεροποιητικό γείτονα, θεσμικό και ειρηνοποιό ηγέτη. Βγάζουν προς τα έξω μια εικόνα ρόδινη, που σκιάζεται από μικροδιαφορές, οι οποίες μπορούν να διευθετηθούν με εκατέρωθεν υποχωρήσεις. Και, πάντως, δεν είναι λόγος αποκλεισμού του από την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας και ασφάλειας.

Αυτή είναι η αλήθεια, όσο κι αν οι κατευναστές και οι οπαδοί της πολιτικής ορθότητας και του πραγματισμού επιχειρούν με την προπαγάνδα και αναλύσεις τύπου σαπουνόφουσκας να εξωραΐσουν την πραγματικότητα.

Πηγή αστάθειας οι Η.Π.Α.

Στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, η διεθνής πολιτική επέστρεψε στη διπλωματία των κανονιοφόρων, στις σφαίρες επιρροής και στο δίκαιο ισχύος. Οι Η.Π.Α., που μεταπολεμικά θεμελίωσαν τη διεθνή δικαιοταξία και την παγκόσμια τάξη, είναι η μεγαλύτερη πηγή αστάθειας.

Ο Ελληνισμός χρειάζεται επειγόντως μια εθνική στρατηγική προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα, αλλιώς το κόστος θα είναι καταστροφικό. Είναι αφελής και επικίνδυνος όποιος πιστεύει ότι η Ουάσιγκτον θα λειτουργήσει ως εγγυητής της ασφάλειάς μας.

Η ασφάλεια κερδίζεται και κατοχυρώνεται με αξιόπιστη και αποφασιστική αποτροπή. Με σχέσεις και συμμαχίες που ο κοινός τους παρονομαστής είναι οι αναθεωρητικές απειλές. Με εγχώρια αμυντική βιομηχανία που τροφοδοτεί το στρατό με όπλα και οπλικά συστήματα. Με εύρωστη οικονομία, επισιτιστική επάρκεια και κοινωνική συνοχή. Και, βεβαίως, με την εκπόνηση και εφαρμογή ενός πλαισίου αμιγούς εθνικού ελέγχου κρίσιμων υποδομών, που στα χρόνια των μνημονίων ξεπουλήθηκαν σε ιδιώτες. Οι υποδομές αυτές είναι: λιμάνια, αεροδρόμια, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια.

Τέλος, δεν δημιουργούμε, αδικαιολόγητα, εχθρούς. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ακολούθησε καταστροφική πολιτική έναντι της Ρωσίας, ενώ ο Ερντογάν κατάφερε να τα έχει μια χαρά με όλους τους εμπλεκόμενους στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο και να αναγνωρίζεται ως παράγοντας που προσφέρει καλές υπηρεσίες.

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σιδηρόδρομοι

Οἱ ὑπόλοιποι τι φταῖμε;