Επιμένουμε στο δρόμο της αντιφασιστικής-αντιιμπεριαλιστικής πάλης :

Ο ΛΑΟΣ ΔΕΝ ΧΡΩΣΤΑΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ!
• ΚΑΤΩ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ!
• ΕΞΩ Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕ, ΤΟ ΝΑΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΝΤ!
• ΕΝΙΣΧΥΣΤΕ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ,
ΓΙΑ Ν’ ΑΝΟΙΞΕΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ!

ΚΑΤΩ ΤΟ ΜΟΝΑΡΧΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Αυτοδιαχείριση Εργατική απελευθέρωση ή τυρί στη φάκα του καπιταλισμού;

Μέρος 8ο

Κατάληψη εργοστασίων
Μορφή αγώνα ή «νησίδα» στον καπιταλισμό;


Η κατάληψη των εργοστασίων από τους εργάτες και η συνέχιση της παραγωγής ενάντια στη θέληση του επιχειρηματία δεν είναι κάτι κατακριτέο σε κάθε περίπτωση. Τα «Κόκκινα Συνδικάτα», στα οποία αναφερόμαστε στο εισαγωγικό κείμενο του πρώτου μέρους, την υιοθετούσαν μάλιστα ως «μια από τις πιο αποτελεσματικές μορφές πάλης ενάντια στο μαζικό κλείσιμο των επιχειρήσεων με σκοπό τη μείωση των μισθών».

Η κατάληψη υιοθετούνταν όμως ως μία μορφή πάλης «που πρέπει να γίνεται σύγχρονα με την εφαρμογή άλλων συστημάτων δράσης ενάντια στο κεφάλαιο» και όχι ως εναλλακτική λύση για τη δημιουργία «νησίδων» μέσα στον καπιταλισμό. Θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τότε ήταν μία περίοδος που ο σοσιαλισμός είχε βγει πια από το πεδίο της αφηρημένης συζήτησης και έμπαινε μπροστά στην εργατική τάξη ως «πρακτικό σημερινό πρόβλημα» έτσι που κάθε εργατική οργάνωση έπρεπε να πάρει μια καθορισμένη στάση απέναντί του, όπως επεσήμαναν τα Κόκκινα Συνδικάτα στο πρώτο τους συνέδριο, τον Ιούλη του 1921.

Ηταν οι αρχές της δεκαετίας του ’20, που μόλις είχε γεννηθεί ένα νέο κράτος, μέσα από μία επανάσταση (την Οκτωβριανή), το οποίο πάλευε να οικοδομήσει μια άλλη κοινωνία. Ηταν μια εποχή επαναστάσεων στον πυρήνα της Ευρώπης. Οπως η επανάσταση στην Γερμανία το Νοέμβρη του 1918, που καταπνίγηκε βίαια δυο μήνες μετά, συνοδευόμενη από τη δολοφονία δύο ηγετών του νεοσύστατου Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζα Λούξεμπουργκ. Μια νικηφόρα επανάσταση στην Ουγγαρία το 1919 είχε οδηγήσει στο σχηματισμό βραχύβιας σοβιετικού τύπου δημοκρατίας που κράτησε μόλις τέσσερις μήνες.

Υπήρχε κι άλλο ένα στοιχείο που έκανε «απόλυτη ανάγκη» αυτή τη μορφή αγώνα. Η «σπανιότητα των εμπορευμάτων». Πόσο όμως αυτή η μορφή αγώνα μπορεί να εφαρμοστεί με επιτυχία σε περιόδους υπερπαραγωγής εμπορευμάτων όπως η σημερινή; Πόσο επιτυχής θα είναι η κατάληψη εργοστασίων και η «αυτοδιαχειριζόμενη» λειτουργία τους στην Ελλάδα, σε τομείς παραγωγής οικοδομικών υλικών (όπως για παράδειγμα στη ΒΙΟΜΕ), τη στιγμή που ο τομέας της οικοδομής είναι πεθαμένος; Δε θα πρέπει οι εργάτες να πουλήσουν σε «σκοτωμένες» τιμές για να τους προτιμήσουν οι ελάχιστοι εναπομείναντες αγοραστές; Ποιες συνέπειες θα έχει αυτό στο μισθό τους;

Η παγκόσμια εμπειρία πολλών δεκαετιών δείχνει ότι οι εργάτες δεν μπορούν να περιμένουν πολλά από την «αυτοδιαχείριση». Στην καλύτερη περίπτωση να διατηρήσουν τη θέση εργασίας τους για κάποιο χρονικό διάστημα, θυσιάζοντας όμως πολλά από τα δικαιώματά τους «για το καλό της κολεκτίβας». Μιας κολεκτίβας που – ας μη γελιόμαστε – αναγκάζεται να λειτουργήσει σε συνθήκες κυριαρχίας της καπιταλιστικής αγοράς. Η αγορά αυτή υπόκειται σε οικονομικούς νόμους που λειτουργούν περίπου όπως οι φυσικοί νόμοι, δηλαδή ανεξάρτητα από τη θέληση των παραγωγών.

Το να θέλει κανείς να φτιάξει εργατικές κολεκτίβες μέσα σ’ αυτό το σύστημα σημαίνει ότι θέλει (ή τουλάχιστον ανέχεται) την εμπορευματική παραγωγή, αλλά δε θέλει την ανώτερη μορφή της, που είναι ο καπιταλισμός. Ομως, είναι η ίδια η λειτουργία της εμπορευματικής παραγωγής που θα οδηγήσει στην διάλυση των δεσμών μέσα στην κάθε κολεκτίβα. Ακόμα κι αν υποθέταμε ότι κυριαρχούσε μια τέτοια μορφή παραγωγής, χωρίς την ύπαρξη κεντρικού σχεδιασμού, ο βασικός οικονομικός νόμος της παραγωγής θα ήταν η αμοιβαία ανταλλαγή προϊόντων που για να δημιουργηθούν απαιτούν ίση κοινωνική εργασία (αυτό δηλαδή που ονομάστηκε «νόμος της αξίας»).

Αυτό που θα καθόριζε τα πλάνα παραγωγής δεν θα ήταν η κοινωνική ωφελιμότητα των διάφορων αντικειμένων χρήσης σε σχέση με τις απαιτούμενες για την κατασκευή τους ποσότητες της εργασίας, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες ολόκληρης της κοινωνίας, αλλά η κερδοφορία της κάθε κολεκτίβας. Ετσι, θα κυριαρχούσε η «αναρχία στην παραγωγή», με την έννοια ότι οι κολεκτίβες θα παρήγαγαν χωρίς να έχουν επίγνωση των αναγκών ολόκληρης της κοινωνίας (αφού θα εξέλειπε ο κεντρικός σχεδιασμός), οπότε τα προϊόντα που θα παράγονταν σε έναν κλάδο (π.χ. οικοδομικά προϊόντα) μπορεί να ήταν πολύ περισσότερα απ’ αυτά που θα μπορούσε να καταναλώσει η κοινωνία στη δεδομένη στιγμή.

Κάποιες κολεκτίβες δε θα μπορούσα να τα πουλήσουν στην αγορά. Θα ήταν αυτές που θα υστερούσαν έναντι των άλλων, είτε γιατί τα μέλη τους είχαν χαμηλότερη παραγωγικότητα από αυτά άλλων κολεκτίβων, είτε γιατί ενδεχομένως είχαν υποστεί φυσικές καταστροφές, είτε γιατί δε φρόντισαν να συντηρήσουν σωστά και να ανανεώσουν τα μέσα παραγωγής τους, είτε για χίλιους δυο άλλους λόγους. Αυτές οι κολεκτίβες θα οδηγούνταν στο μαρασμό και τα μέλη τους θα έβλεπαν το μισθό τους να μειώνεται συνεχώς.

Από την άλλη, η εξίσωση των μισθών (πράγμα που βλέπουμε να υιοθετείται σε πολλές από τις αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις) οδηγεί στην εφαρμογή ίσης πληρωμής σε ανθρώπους με άνισες ανάγκες. Από τη στιγμή που υπάρχει η ιδιοκτησία της οικογένειας, στο πλαίσιο της οποίας υπάρχει και η υποχρέωση των γονιών να συντηρούν τα παιδιά τους, θα συμβεί αυτό που είχε επισημάνει ο Ενγκελς αναφερόμενος στις οικονομικές κομμούνες του Ντύρινγκ:

«Ετσι όμως η ίση ποσοτικά κατανάλωση υφίσταται ένα τεράστιο ρήγμα. Ο εργένης ζει περίφημα… ενώ ο χήρος με τα οκτώ ανήλικα παιδιά θα τα βγάζει πέρα πολύ μίζερα. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι η κοινότητα από τη στιγμή που δέχεται το χρήμα σαν μέσο πληρωμής, αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα το χρήμα αυτό νά ‘χει αποκτηθεί διαφορετικά και όχι με ατομική εργασία. Δεν είναι δηλαδή σε θέση να ξέρει από πού προέρχεται. Τώρα λοιπόν υφίστανται όλοι οι όροι ώστε το μεταλλικό χρήμα, το οποίο ως τώρα έπαιζε μόνο το ρόλο του κουπονιού δουλειάς, να αναλάβει τις λειτουργίες του πραγματικού χρήματος. Υφίστανται λοιπόν όλες οι προϋποθέσεις και όλες οι συνθήκες τόσο για θησαυρισμό όσο και για κατάχρηση. Οποιος θα βρεθεί στην ανάγκη θα δανειστεί από τον αποθησαυριστή. Το δανεισμένο όμως χρήμα, που η κοινότητα του δίνει το ρόλο του μέσου πληρωμής για τα μέσα συντήρησης, ξαναγίνεται τώρα ό,τι είναι στη σημερινή κοινωνία… Και καθώς ο αποθησαυριστής έχει πάντα τη δύναμη ν’ αναγκάζει εκείνον που έχει ανάγκη, να του πληρώσει τόκους, αποκαθίσταται και πάλι, μαζί με το μεταλλικό χρήμα που λειτουργεί σαν το σημερινό χρήμα. και ο τοκογλύφος» (Φρίντριχ Ενγκελς, «Αντι-Ντύρινγκ», Μέρος 3ο, Κεφ. IV).

Ακόμα δηλαδή και στην υποθετική περίπτωση που το σημερινό κράτος του κεφαλαίου θα το αντικαταστούσε μια κοινωνία αυτοδιαχειριζόμενων κολεκτίβων, η παλινόρθωση του καπιταλισμού θα ήταν βέβαιη.

Η κατάληψη των εργοστασίων και η θέση της παραγωγής σε κίνηση μπορεί να εννοηθεί μόνο ως μια μορφή αγώνα για την επαναλειτουργία της επιχείρησης (ανεξάρτητα από τη νομική μορφή που αυτή θα έχει, κρατική ή ιδιωτική), τη διατήρηση του επιπέδου των μισθών και των θέσεων εργασίας. Είναι μάλιστα η πιο προωθημένη μορφή συνδικαλιστικού αγώνα, που προϋποθέτει ανάλογη δραστηριοποίηση των εργατών και όχι μόνο κάποιων εκπροσώπων τους (όσο ταξικοί κι αν είναι αυτοί).

Αν ειδωθεί ως «λύση» μέσα στο υπάρχον σύστημα, για να διατηρήσουν οι εργάτες το μεροκάματό τους, το πιθανότερο είναι να εξαναγκαστούν στη διαχείριση της δικής τους εξαθλίωσης ή η κολεκτίβα τους να μετατραπεί σε μία κλασική καπιταλιστική επιχείρηση, με τους εργάτες συνυπεύθυνους για την πορεία της. Και στις δύο περιπτώσεις αυτό ισοδυναμεί με ταξική αυτοκτονία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: